Κυριακή, 17 Αυγούστου 2008

Κλείνω τα μάτια και είμαι εκεί..


Ακούω ακόμα τη μουσική. Τα φαντάσματά μας ζούνε μέσα μας πεθαίνουν μαζί μας.
Ανοίγω τα μάτια και είμαι εκεί.

Αφιερωμένο


Βήματα μετρημένα, αργά, χορευτικά ενέδρα λες ετοίμαζαν.
Τα χέρια του βαριά. Τι κράταγε; Σπαθί;
Ανάμεσα στα μάτια κεραυνός ίσια σε χάραζε.
Γελούσε κι έτσι απότομα σταμάταγε. Ο ίδιος μόνος του στα δύο έκοβε το γέλιο του με το σπαθί του.
Τα μάτια του σε ξεγελούσαν, δεν μάντευες τον αιφνιδιασμό. Αλλού κρυμμένο ήταν το μυσικό του. Αν κοίταζες, καλύτερα αν παρατηρούσες, έβλεπες τη χορογραφία του.
Ντάμα το ξίφος του κι ήταν ερωτευμένος. 'Αγριος χορός μαζί κι ευγενικός - χορός θανάτου.
Γεμάτο χάρη κέντημα τα βήματά του κι ας ήταν δίπλα του ο γκρεμός.
Στροβιλιζόταν χόρευε, εχθρούς ζωγράφιζε και δρόμους άνοιγε με το σπαθί του.
Οι άλλοι τίποτα δεν έβλεπαν, αέρα μόνο. Μ'αυτός μεθούσε με δική του μουσική και χόρευε..
Όχι, δεν έβλεπε εχθρούς ούτε και δρόμους- τα βήματά του μέτραγε σκλάβος κι αφέντης στο χορό του, την κοφτερή τη λάμα ερωτεύτηκε.

Καθρέπτης


Η πιο ιερή στιγμή της μέρας. Η αποκαθήλωση. Εκεί μπροστά στον καθρέφτη μόνη έβγαζε το μακιγιάζ το ψεύτικο, χάιδευε τις γραμμές τις δικές της, ερωτικά, πρόστυχα, δίχως θεατές.
Χέρια και μάτια ηδονοβλεπτικά την είχαν γδύσει, ντύσει και μπουκώσει χαμένα όνειρα, σικέ φαντασιώσεις. Και πρώτα αυτός, της φόρεσε φουστάνια και τακούνια και κείνη ήταν ωραία, κάθε της βήμα με νόημα βάρυνε στη σκηνή. Ώρες πολλές της φάνηκε λικνίστηκε και χόρευε μαζί του.
Μα όταν η μουσική σταμάτησε τι ήθελαν τα χέρια της έτσι απλωμένα να ζητιανεύουνε νεκρά, ξεδιάντροπα -πού πήγε αυτός; Ποιά ήτανε χωρίς το νούμερό της;...