
Βήματα μετρημένα, αργά, χορευτικά ενέδρα λες ετοίμαζαν.
Τα χέρια του βαριά. Τι κράταγε; Σπαθί;
Ανάμεσα στα μάτια κεραυνός ίσια σε χάραζε.
Γελούσε κι έτσι απότομα σταμάταγε. Ο ίδιος μόνος του στα δύο έκοβε το γέλιο του με το σπαθί του.
Τα μάτια του σε ξεγελούσαν, δεν μάντευες τον αιφνιδιασμό. Αλλού κρυμμένο ήταν το μυσικό του. Αν κοίταζες, καλύτερα αν παρατηρούσες, έβλεπες τη χορογραφία του.
Ντάμα το ξίφος του κι ήταν ερωτευμένος. 'Αγριος χορός μαζί κι ευγενικός - χορός θανάτου.
Γεμάτο χάρη κέντημα τα βήματά του κι ας ήταν δίπλα του ο γκρεμός.
Στροβιλιζόταν χόρευε, εχθρούς ζωγράφιζε και δρόμους άνοιγε με το σπαθί του.
Οι άλλοι τίποτα δεν έβλεπαν, αέρα μόνο. Μ'αυτός μεθούσε με δική του μουσική και χόρευε..
Όχι, δεν έβλεπε εχθρούς ούτε και δρόμους- τα βήματά του μέτραγε σκλάβος κι αφέντης στο χορό του, την κοφτερή τη λάμα ερωτεύτηκε.